Κένυα

Eπίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κένυας Έκταση: 582.650 τ. χλμ. Πληθυσμός: 31.138.735 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Ναϊρόμπι (2.411.900 κάτ. το 2002)Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει Β με την Αιθιοπία και με το Σουδάν, Δ με την Ουγκάντα, Ν με την Τανζανία, ενώ στα Α βρέχεται από τον Ινδικό ωκεανό και συνορεύει με τη Σομαλία.Η Κ. βρίσκεται ακριβώς πάνω στον ισημερινό, ανάμεσα στις Μεγάλες Λίμνες και στον Ινδικό ωκεανό. Τα εδαφικά της σύνορα παραμένουν αναλλοίωτα από την αποικιακή εποχή, οπότε αποτελούσε κτήση της Βρετανικής Ανατολικής Αφρικής. Εξάλλου, το κράτος είναι μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.Διοικητικά η χώρα διαιρείται σε επτά επαρχίες, στις οποίες προστίθεται η περιοχή του Ναϊρόμπι, της πρωτεύουσας. Οι επαρχίες είναι οι εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός τους το 1999): Ανατολική Επαρχία (Eastern province, 4.631.799), Βορειοανατολική Επαρχία (North Eastern province, 962.143), Δυτική Επαρχία (Western province 3.358.776), Κεντρική Επαρχία (Central province, 3.724.159), Νιάνζα (Nyanza, 4.392.196), Παράκτια Επαρχία (Coast province, 2.487.264), Ριφτ Βάλεϊ (Rift Valley, 6.987.036) και, τέλος, η Περιοχή του Ναϊρόμπι (Nairobi Area, 2.143.254). Κάθε επαρχία διαθέτει συμβουλευτικό συμβούλιο που εκτελεί διοικητικές λειτουργίες· τα μέλη των συμβουλίων διορίζονται από τον πρόεδρο. Επίσης, κάθε επαρχία διαιρείται σε περίπου 40 περιοχές, καθεμία από τις οποίες έχει δικό της τοπικό συμβούλιο και διοικητικά καθήκοντα. Η τοπική αυτοδιοίκηση απολαμβάνει αρκετά μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, οι τοπικές διοικήσεις έχουν δικούς τους πόρους με τους οποίους χρηματοδοτούν δημόσια έργα και υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας.Επίσημες γλώσσες του κράτους είναι η αγγλική και η κι-σουαχίλι, ενώ χρησιμοποιούνται ευρύτατα και πολλές τοπικές διάλεκτοι, όπως η κικούγιου, η κάμπα, η λούο και η λούια. Η φυλή Κικούγιου αποτελεί την πιο πολυάριθμη εθνοτική ομάδα της Κ. (22% του πληθυσμού)· ακολουθούν οι Λούια (14%), οι Λούο (13%), οι Καλένιν (12%), οι Κάμπα (11%) και άλλες αφρικανικές φυλές.Η Δημοκρατία της Κ. (στη γλώσσα σουαχίλι Tζαμχούρι) είναι ανεξάρτητη από τις 12 Δεκεμβρίου 1963. Συγκεκριμένα, απέκτησε προοδευτική αυτονομία από το 1961 και μετά, ώσπου έφτασε στην πλήρη αυτοδιοίκηση με τις γενικές εκλογές του Μαΐου του 1963, που έθεσαν τις βάσεις του καινούργιου κράτους. Το σύνταγμα, το οποίο τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιουνίου 1963, υπέστη σπουδαίες τροποποιήσεις το 1964, όταν η Κ. έγινε δημοκρατία στο περιβάλλον της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, το 1966, όταν καταργήθηκε η γερουσία, και το 1991 όταν μετατράπηκε σε πολυκομματική δημοκρατία. Η Κ. είναι σήμερα δημοκρατία προεδρικού τύπου. Αρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της δημοκρατίας, που εκλέγεται κάθε πέντε χρόνια με καθολική ψηφοφορία. Σύμφωνα με το σύνταγμα, η νομοθετική εξουσία ασκείται από την εθνική συνέλευση που αποτελείται από 222 μέλη με πενταετή θητεία. Από αυτά, 210 εκλέγονται με καθολική μυστική ψηφοφορία, ενώ 12 ορίζονται τυπικά από τον πρόεδρο, ουσιαστικά όμως από τα αντίστοιχα κόμματα, ανάλογα με την κοινοβουλευτική τους δύναμη, ενώ συμμετέχει ο γενικός εισαγγελέας και ο πρόεδρος της βουλής. Ο πρόεδρος είναι επίσης και αρχηγός της κυβέρνησης. Υπό την ιδιότητά του αυτή ασκεί την εκτελεστική εξουσία με τη βοήθεια του αντιπροέδρου και των υπουργών, οι οποίοι διορίζονται από αυτόν και προέρχονται από την εθνοσυνέλευση. Πρώτος πρόεδρος της δημοκρατίας ορίστηκε ο Γιόμο Kενιάτα (βλ. λ.), ο οποίος παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τον θάνατό του, το 1978.Από το 1982 (ουσιαστικά από το 1969) μέχρι το 1991 μοναδικό κόμμα της χώρας ήταν η Αφρικανική Εθνική Ένωση της Κ. (KANU), με επικεφαλής τον νυν πρόεδρο Ντανιέλ Άραπ Μόι. Τα σημαντικότερα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι τα τρία Φόρουμ για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας (FORD-A, FORD-K και FORD-People), το Δημοκρατικό Κόμμα (DP), το Εθνικό Κόμμα Ανάπτυξης (NDP), το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDP), το SAFFINA κ.ά.Κορυφαίο όργανο της δικαστικής οργάνωσης είναι το ανώτατο δικαστήριο. Αποτελείται από επτά μέλη και έναν πρόεδρο, έχει απεριόριστη αρμοδιότητα σε αστικά και ποινικά θέματα και εκτελεί λειτουργία δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για τις υποθέσεις που εκδικάζονται από τα κατώτερα δικαστήρια. Ακολουθεί το εφετείο, με έναν εφέτη και πέντε δικαστές. Σε κατώτερο επίπεδο υπάρχουν τα τακτικά δικαστήρια και τα θρησκευτικά δικαστήρια (καντί), για τις υποθέσεις που έχουν σχέση με τον μουσουλμανικό νόμο. Το εθιμικό αφρικανικό δίκαιο εφαρμόζεται από τα φυλετικά δικαστήρια που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των τοπικών προκρίτων.Η Κ. υπήρξε πεδίο διαδοχικών εθνικοπολιτιστικών εισβολών και κάθε καινούργια εισβολή επέφερε και μια νέα θρησκευτική εμπειρία. Η αφρικανική ιθαγενής λατρεία (την οποία ακολουθεί περίπου το 10% του πληθυσμού) συνδέεται με τον ανιμισμό, αλλά επηρεάζεται από ορισμένες ιουδαϊκές παραδόσεις. Το 33% του πληθυσμού είναι Καθολικοί –η Δυτ. Καθολική Εκκλησία είναι οργανωμένη σε 10 επισκοπές και στην αρχιεπισκοπή του Ναϊρόμπι– ενώ το 45% είναι προτεστάντες. Ο ισλαμισμός είναι διαδεδομένος ακόμα και έξω από τα πλαίσια της αραβικής κοινότητας· οι μουσουλμάνοι που ζουν στην Κ. αντιπροσωπεύουν το 10% του πληθυσμού.Κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας η εκπαίδευση, βασισμένη κυρίως στα βρετανικά πρότυπα, διακρινόταν σε τρεις τομείς: έναν για τον αραβικό πληθυσμό, έναν για τον ιθαγενή αφρικανικό και έναν για τον ευρωπαϊκό και ασιατικό πληθυσμό. Όταν η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε, δημιουργήθηκε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα. Η εκπαίδευση δεν είναι υποχρεωτική και τα πρώτα οκτώ χρόνια (δηλαδή η στοιχειώδης εκπαίδευση) παρέχεται δωρεάν. Η μέση εκπαίδευση χωρίζεται σε κατευθύνσεις: στη σχολή δασκάλων, στην τεχνική, στη βιοτεχνική και στην αγροτική. Μεγάλη είναι η σημασία που δίνεται στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, εφόσον συνδέεται άμεσα με τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης. Η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται στο πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αφρικής (Ναϊρόμπι, 1956), στο πολυτεχνείο της Κ. (Ναϊρόμπι, 1961) και σε ορισμένα άλλα ανώτερα ιδρύματα. Το ποσοστό αναλφαβητισμού το 2001 ήταν μόλις 4,5%, ενώ το 6,6% του προϋπολογισμού προορίζεται για την παιδεία.Η αριθμητική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων είναι σχετικά μέτρια και στα τρία σώματα (στρατός ξηράς, ναυτικό, αεροπορία). Το 2001 οι ένοπλες δυνάμεις αριθμούσαν περίπου 20.000 μόνιμους στρατιωτικούς. Η στρατιωτική θητεία είναι προαιρετική. Η αεροπορία διαθέτει ελαφρά αεροσκάφη και ελικόπτερα.Το 7% του προϋπολογισμού προορίζεται για την κοινωνική πρόνοια. Το 1999 αντιστοιχούσε ένας γιατρός ανά 27.667 κατ.Από γεωλογική άποψη, η Κ. δεν διαφέρει από την υπόλοιπη ανατολική Αφρική. Το κρυσταλλικό, αρχαιοζωικό και παλαιοζωικό υπόστρωμα καλύφθηκε σχεδόν παντού από μεγάλα μεσοζωικά στρώματα τα οποία, στο τριτογενές, ανυψώθηκαν και πήραν κλίση προς τα A, ενώ στις κεντροδυτικές περιοχές ανοιγόταν το εκτεταμένο και βαθύ ανατολικοαφρικανικό ρήγμα, ο ανατολικός κλάδος του οποίου (Great Rift Valley = Μεγάλη Ρηξιγενής Κοιλάδα) διασχίζει όλο το έδαφος της Κ. υπό την έννοια των μεσημβρινών. Τις τεκτονικές μετατοπίσεις συνόδευσαν εκτεταμένες ενδογενείς εκδηλώσεις: έξοδος και επεκτάσεις μαγματικών υλικών, με τον μετέπειτα σχηματισμό των ηφαιστειακών κώνων, σήμερα σβηστών, το σπουδαιότερο παράδειγμα των οποίων είναι το ομώνυμο της χώρας βουνό (Κένυα). Στη συνέχεια, καθ’ όλη τη διάρκεια του τεταρτογενούς, η διάβρωση τροποποίησε τις επιφάνειες, ενώ οι ποταμοί, παρά την εναλλαγή μακρών ξηρών περιόδων και πιο υγρών, συσσώρευσαν στην παράκτια βάση εκτεταμένα και ισχυρά προσχωσιγενή στρώματα.Το έδαφος της Κ. εκτείνεται στα υψίπεδα της ανατολικής Αφρικής, ανάμεσα στη λίμνη της Βικτορίας, στο αιθιοπικό συγκρότημα υψιπέδων και στον Ινδικό ωκεανό. Από τη θάλασσα βρέχεται με ένα παράκτιο μέτωπο περίπου 420 χλμ., ανάμεσα στο Pας Tσιαμπόνε και στο βόρειο στόμιο της διώρυγας της Πέμπα. Η σημερινή μορφολογία της Κ. δεν έχει –όπως γενικά όλη η Αφρική– πτυχώσεις και είναι ουσιαστικά πεδινή. Στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή υψιπέδων με αναβαθμίδες, τα οποία κλείνουν αμφιθεατρικά προς το εσωτερικό τη χώρα, ενώ κατέρχονται προς την παράκτια περιοχή και τον κάτω ρου του Tάνα. Πρόκειται για τα Υψίπεδα (Highlands), το πιο ψηλό τμήμα (κατά μέσο όρο πάνω από 2.000 μ.) της λεγόμενης υψηλής Αφρικής, μαζί με το αιθιοπικό υψίπεδο. Τα χαρακτηριστικά αυτού του δυτικού τμήματος του εδάφους καθορίστηκαν με τις μεγαλειώδεις τριτογενείς μετατοπίσεις που σχημάτισαν τη Μεγάλη Ρηξιγενή Κοιλάδα, το βόρειο τμήμα της οποίας καταλαμβάνει στα βόρεια η λίμνη Pοδόλφου, ενώ οι παρυφές της σχηματίζουν μια διπλή, επιβλητική ορεινή αλυσίδα. Πιο ανατολικά, στα υψίπεδα, δεσπόζει ο ηφαιστειακός όγκος του όρους Κένυα (5.201 μ.), ενώ σε ορισμένα σημεία τα πεδινά χαρακτηριστικά διακόπτονται από αναδύσεις αρχαίων γρανιτικών πετρωμάτων (Inselberge), λείψανα των μακρών διαδικασιών ισοπέδωσης. Το κυριότερο μορφολογικό στοιχείο των υψιπέδων εντοπίζεται στην ανατολικοαφρικανική τεκτονική τάφρο, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μακριά αύλακα (που καταλαμβάνει η λίμνη Ροδόλφου), από τη Μεγάλη Ρηξιγενή Κοιλάδα και από μία σειρά βαθυπέδων, που καταλαμβάνονται κατά ένα μέρος από λίμνες και κατά ένα μέρος από κοιλάδες. Η γραμμή της Μεγάλης Ρηξιγενούς Κοιλάδας τονίζεται ιδιαίτερα στο τμήμα στα ΒΔ του Ναϊρόμπι: είναι μια αύλακα πλάτους από 70 έως 110 χλμ., κλειστή ανάμεσα σε απόκρημνα τοιχώματα, με διαφορές επιπέδου ανάμεσα στον βυθό και στις κορυφές των βουνών, που μπορούν να φτάσουν ακόμα και τα 5.000 μ. Το όρος Κένυα, που δεσπόζει απομονωμένο μόλις στα Ν του ισημερινού, αποτελεί ουσιαστικά την κορυφή της χώρας, το βασικό της στοιχείο, το οποίο συνιστά το φόντο στα τοπία των Υψιπέδων. Κατά μήκος των ισχυρά διαβρωμένων πλαγιών γλιστρούν πολυάριθμες γλώσσες πάγου. Τροφοδοτούνται κυρίως από αιώνια χιόνια, ενώ η λευκότητά τους έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με το βαθύ πράσινο του ισημερινού δάσους που εκτείνεται στη βάση τους. Τα ίχνη των επιβλητικών ηφαιστειακών εκρήξεων, από τις οποίες δημιουργήθηκε το όρος Κένυα, είναι εμφανή στις λίγο ή πολύ παχιές επεκτάσεις λάβας, οι οποίες εξαφανίζονται μόνο στον πυθμένα των τάφρων, κάτω από ποτάμια ή λιμναία προσχωσιγενή στρώματα. Άλλος σπουδαίος ηφαιστειακός όγκος είναι το Eλγκόν (4.322 μ.). Τμήμα της Κ. αποτελεί επίσης το ακραίο νότιο τμήμα του αιθιοπικού συγκροτήματος υψιπέδων, που είναι γνωστό ως βόρειο υψίπεδο. Με πολύ μικρότερο ύψος από τα προηγούμενα, έχει μια ουσιαστικά πεδινή δομή, με εκτεταμένες στεπικές περιοχές και σαβάνες. Η περιοχή, στην οποία κατοικούν νομάδες, εμφανίζεται ως μια τεράστια ερημική πεδιάδα, που διακόπτεται σε ορισμένα σημεία από αρκετά ψηλούς λοφώδεις σχηματισμούς, όπως τα όρη Xούρι (1.480 μ.) και τα υψώματα Mαρσάμπιτ. Η παράκτια λωρίδα είναι γενικά πεδινή και παρουσιάζει πολυάριθμες διακοπές συνέχειας, που οφείλονται κυρίως σε θαλάσσιες εισβολές οι οποίες καθόρισαν τη γένεση παράκτιων νησιών (Πάτε, Λάμου, Mομπάσα). Το μικρό βάθος και η ήπια θερμοκρασία των νερών έχουν επιτρέψει, σε μικρή απόσταση από την ακτή, τον σχηματισμό ενός σχεδόν συνεχούς κοραλλιογενούς φράγματος, το οποίο ορίζει ήρεμες και διαυγείς λιμνοθάλασσες. Το φράγμα δυσκολεύει την προσπέλαση στην ακτή, ενώ την προστατεύει από τις καταιγίδες. Έτσι, ευνοεί την ανάπτυξη ασφαλών λιμανιών, τα οποία επισκέπτονταν ήδη από τα αρχαία χρόνια οι ασιατικοί πληθυσμοί. Λίγο πιο ανοιχτά όμως, ο βυθός αποκτά μεγάλο βάθος, σύμφωνα με έναν άξονα που θυμίζει εκείνον του μεγάλου ανατολικοαφρικανικού ρήγματος. Οι κυριότεροι ποταμοί εκβάλλουν στη θάλασσα σχηματίζοντας δέλτα. Οι μικρότεροι συχνά έχουν μεγάλους ποταμόκολπους, όπως εκείνος που φιλοξενεί το λιμάνι της Mομπάσα. Κατά μήκος της ακτής το τοπίο αλλάζει ορισμένες φορές, χάρη στην εναλλαγή βαλτωδών ζωνών (που κατακλύζονται από τους μαγκρόβιους σχηματισμούς), θαυμάσιων ακτών, φοινικώνων, αποδοτικών καλλιεργειών, φτωχών ψαράδικων χωριών, λιμανιών και πόλεων. Στα ανοιχτά διαγράφονται μακριά κοραλλιογενή φράγματα. Σταδιακά, καθώς η απόσταση από τη θάλασσα αυξάνει, το τοπίο γίνεται όλο και πιο ερημικό. Η πεδιάδα, διάσπαρτη από στέπες που εναλλάσσονται με αραιά δάση και άγονες θαμνώδεις εκτάσεις, ανεβαίνει με απόκρημνες αναβαθμίδες προς το υψίπεδο, που δεσπόζει με μια σειρά ορεινές αλυσίδες.Υπό την επίδραση του Ινδικού ωκεανού, το κλίμα της Κ. (η οποία διασχίζεται ολόκληρη από τον ισημερινό) ρυθμίζεται από την εναλλαγή των αληγών ανέμων και των μουσώνων. Ανάμεσά τους, το μεσοτροπικό μέτωπο πραγματοποιεί δύο ισημεριακά περάσματα, το εαρινό, πιο βροχερό, και το φθινοπωρινό. Τον Ιούνιο, οι πολύ υγροί νοτιοανατολικοί αληγείς άνεμοι (κούσι), ενισχυμένοι από το κέντρο υψηλών πιέσεων που βρίσκεται μόνιμα στον Ινδικό ωκεανό, εισδύουν στο εσωτερικό από την ήπειρο έως τη λίμνη Βικτόρια. Στα Β του ισημερινού αλλάζουν στους νοτιοδυτικούς μουσώνες που ξεκινούν προς την υπερθερμαινόμενη Ασία. Τον Δεκέμβριο οι μουσώνες που προέρχονται από την Ασία φυσούν από τα ΒΑ (κασκάζι), αποκτούν υγρασία πάνω από τον ωκεανό και συνεχίζουν προς τη νότια Αφρική. Προκαλούν πιο περιορισμένες σε ποσότητα βροχοπτώσεις σε σχέση με τους αληγείς, επειδή φυσούν λοξά προς την αφρικανική ακτή. Συνεπώς, παρατηρούνται άφθονες βροχές την άνοιξη, μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου-Ιουνίου και βροχές με μικρότερη διάρκεια το φθινόπωρο, από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο. Στη γλώσσα μπαντού, οι πρώτες ονομάζονται μακριές βροχές (μασίκα) ή βροχές των φασολιών, ενώ οι δεύτερες, σύντομες βροχές (μβούλι) ή βροχές του κεχριού. Σε όλες τις περιπτώσεις πέφτουν με χειμαρρώδη μορφή, αλλά εξατμίζονται πολύ γρήγορα από τον ήλιο. Ωστόσο, το ανάγλυφο που έχει διαφορετικό προσανατολισμό και η μεγαλύτερη ή μικρότερη απόσταση από τη θάλασσα αποτελούν αίτια, τοπικά, αξιοσημείωτων διακυμάνσεων στις ποσότητες των βροχοπτώσεων. Σε γενικές γραμμές, οι βροχές περιορίζονται προς το εσωτερικό, αλλά αυξάνουν με το υψόμετρο. Λόγω της θέσης της χώρας, οι θερμοκρασίες διατηρούνται μάλλον σταθερές κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου. Ιδιαίτερα οι θερμοκρασίες της παράκτιας πεδιάδας, που μετριάζονται από τη θαλάσσια αύρα, παρουσιάζουν περιορισμένες διακυμάνσεις, αλλά μια υγρασία της τάξης του 85-95% κάνει την ατμόσφαιρα βαριά. Στην περιοχή είναι ακόμα διαδεδομένη η ελονοσία σε ενδημική κατάσταση. Οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, προπάντων της ημερήσιας, αυξάνουν στο εσωτερικό ανάλογα με το υψόμετρο. Στην Eλντορέτ (2.085 μ.) το θερμόμετρο κατεβαίνει τη νύχτα στους 8°C. Πρόκειται για ένα κλίμα υψομέτρου το οποίο οι Ευρωπαίοι αντέχουν καλύτερα και, συνεπώς, οι περιοχές αυτές θεωρούνται οι καταλληλότερες για αποίκιση.Το μεγάλο ισημερινό δάσος έχει εξαφανιστεί από την Κ. Διατηρούνται μόνο μεμονωμένα ίχνη του στο εσωτερικό τμήμα της παράκτιας λωρίδας, στους πρόποδες του όρους Κένυα και κατά μήκος ορισμένων ποταμών, όπου παίρνει τη μορφή του δάσους που σχηματίζει στοές. Το αρχέγονο αυτό δάσος, μετά την καταστροφή του, δεν αποκαταστάθηκε και παραχώρησε τη θέση του σε ένα δευτερεύον δάσος, λιγότερο ψηλό, γεμάτο θάμνους, αποτελούμενο από είδη με γρήγορη ανάπτυξη, ανάμεσα στα οποία κυριαρχούν οι ερείκες, οι δενδρώδεις φτέρες, οι φίκοι και οι πυκνές λόχμες των μπαμπού. Στα βουνά, οι διαφορετικές θερμοκρασίες καθορίζουν τις διάφορες λωρίδες βλάστησης: πάνω από τα 2.500 μ. τα δέντρα είναι λιγότερο ψηλά, οι κορμοί πιο συνεστραμμένοι, αλλά οι λιάνες είναι ρωμαλέες, όπως οι φίκοι και τα μπαμπού, τα οποία, κατά την εποχή των βροχών, μεγαλώνουν κατά 1 μ. την ημέρα. Πάνω από τα 3.000 μ. τα δέντρα γίνονται πιο σπάνια· συναντώνται μεμονωμένα ανάμεσα σε τμήματα σαβάνας. Στη συνέχεια ακολουθούν οι λειμώνες. Οι φυτικοί σχηματισμοί των ανοιχτών χώρων είναι οι πιο διαδεδομένοι, ενώ καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των υψιπέδων και των πεδιάδων. Οι σαβάνες με τις ψηλές πόες και οι στέπες είναι χαρακτηριστικές των περιοχών με τροπικό κλίμα, με μία ή με δύο ξηρές εποχές. Βροχοπτώσεις με ύψος μεγαλύτερο του μέτρου επιτρέπουν την ύπαρξη της σαβάνας-δρυμού, με μια έντονη παρουσία πανίδας. Το κατώτερο ύψος βροχόπτωσης ευνοεί την ανάπτυξη μονάχα μιας δενδρώδους σαβάνας, η οποία είναι διάσπαρτη με μπαομπάμπ, ευφορβίες και ακακίες και αποτελεί ένα περιβάλλον κατάλληλο για τα σαρκοφάγα ζώα αλλά και για την εκτροφή αιγοπροβάτων. Το ακόμα μικρότερο ύψος βροχοπτώσεων συμβάλλει στην ανάπτυξη της στέπας με ποώδη ασυνεχή μανδύα και του δάσους με μιμόζες και αειθαλείς θάμνους. Το βορειοανατολικό τμήμα, τέλος, είναι μια ημιερημική ζώνη· εκεί φυτρώνουν μονάχα ακακίες, αγκαθωτοί θάμνοι και μερικοί φοίνικες ντουμ, που αντέχουν στη σφοδρότητα των ανέμων και στη μακρά άγονη εποχή. Στην ποικιλία της χλωρίδας αντιστοιχεί μια πανίδα διαφορετική, που χαρακτηρίζεται για την ποικιλία και την αφθονία της. Ωστόσο, ορισμένα είδη έχουν μειωθεί και άλλα έχουν εξαφανιστεί. Το εμπόριο του ελεφαντοστού, που διαρκεί αιώνες, η ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση για γουναρικά και δέρματα, το κυνήγι που γίνεται τόσο από τους ξένους όσο και από τους γηγενείς, οι χρονιές ξηρασίας οι οποίες καταστρέφουν το χορτάρι και, τέλος, οι ασθένειες, είναι οι αιτίες που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση της πανίδας. Στο δάσος και στην πεδιάδα βρίσκεται το μεγαλύτερο ποσοστό της πανίδας: γκνου και ζέβρες, που ζουν συχνά μαζί κατά μεγάλα κοπάδια· τετρακόσια είδη αντιλόπης (μεγάλου μεγέθους, όπως οι βούβαλοι, οι ιππότραγοι, τα μπόνγκο, οι όρυγες, οι γαζέλες και μικρού μεγέθους, όπως τα μικροσκοπικά ντιγκ-ντιγκ)· άλλα φυτοφάγα ζώα, ανάμεσα στα οποία οι καμηλοπαρδάλεις· οι μπαμπουίνοι και οι βερβέτ, που ζουν στις δενδρώδεις ζώνες, και τέλος οι στρουθοκάμηλοι, οι οποίες προτιμούν τα ακάλυπτα εδάφη. Οι ζώνες όπου ζουν τα φυτοφάγα είναι επίσης εκείνες που φιλοξενούν τα περισσότερα από τα μεγάλα σαρκοφάγα: το λιοντάρι με τη μαύρη χαίτη, που καταστρέφει τα κοπάδια, τη λεοπάρδαλη, τα τσιτάχ και τον άγριο λυκάονα ή σκύλο-ύαινα. Ακολουθούν στη συνέχεια τα πτωματοφάγα: το τσακάλι, η ύαινα, το μαραμπού, ο γύπας, που τρέφονται με τα αποφάγια του λιονταριού, εξαφανίζοντας έτσι πιθανές εστίες μόλυνσης. Αρκετά μικρότερος είναι ο αριθμός των ζώων του δάσους: κοπάδια από ελέφαντες, που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυλλωμάτων, και ρινόκεροι ζουν επίσης στη σαβάνα, όπου οι βούβαλοι αναζητούν τις καλύτερα προστατευόμενες ζώνες. Οι αλμυρές λίμνες δεν διαθέτουν μεγάλο ενάλιο πλούτο, αλλά παρουσιάζουν εξαιρετικά πλούσια πτηνοπανίδα: πελαργοί και αποδημητικοί γερανοί, που έρχονται από την Ευρώπη, ίβιες, χαραδριοί, αβοκέτες, ερωδιοί και τα θαυμάσια ροζ φοινικόπτερα που αποτελούν το στολίδι της λίμνης Nακούρου, η οποία σήμερα είναι εθνικός δρυμός και φιλοξενεί αρκετές χιλιάδες από τα πουλιά αυτά. Παραμένουν, τέλος, ο ιπποπόταμος και ο κροκόδειλος, ιδιαίτερα πολυάριθμοι στις όχθες των λιμνών.Οι τεκτονικές αναταραχές που έλαβαν χώρα στα τέλη του τριτογενούς έχουν αποδιοργανώσει το υδρογραφικό δίκτυο, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα στην καινούργια δομή του αναγλύφου. Στα Α ο ποταμός Tάνα, με τις ξαφνικές πλημμύρες, και ο Άτι-Γκαλάνα εκβάλλουν άμεσα στον ωκεανό. Στα Δ, μια βύθιση της κρυσταλλικής μάζας περιέχει την τεράστια έκταση των νερών της λίμνης Βικτορίας, η οποία υφίσταται βίαιες καταιγίδες και το βάθος της δεν ξεπερνά τα 80 μ. Η Μεγάλη Ρηξιγενής Κοιλάδα είναι μια ενδορροϊκή ζώνη, χωρίς διεξόδους προς τη θάλασσα. Η λίμνη Nαϊβάσα έχει περιοριστεί στο ένα τρίτο της παλαιότερης έκτασής της. Με εξαίρεση τους δύο πρώτους που αναφέρθηκαν, και εκτός από τη Μεγάλη Ρηξιγενή Κοιλάδα, όλοι οι ποταμοί της Κ., όπως ο χαρακτηριστικός Eβάσο Nγκίρο που κατευθύνεται προς τον Ινδικό ωκεανό, εξαφανίζονται και εμφανίζονται ξανά, ενώ τελικά χάνονται σε μια ζώνη τελμάτων.Στην Κ., οι αυτόχθονες πληθυσμοί, οι οποίοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε αρχαιότερες εποχές, ανήκαν στο ευρύτερο ανθρωπολογικό πλαίσιο της ανατολικής Αφρικής –της πρώτης παλαιολιθικής περιόδου– όπως μαρτυρούν τα ευρήματα του Oλντουβάι που ήρθαν στο φως το 1961. Προηγουμένως, είχαν ήδη ανακαλυφθεί, κοντά στην Eλμεντέιτα, λείψανα ενός ανθρωποειδούς το οποίο είχε ταξινομηθεί επιστημονικά στην κατηγορία των πρωτοαιθιόπων. Οπωσδήποτε, όμως, είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί ποια από τις νεγροειδείς φυλές που ζουν σήμερα στην Κ. εγκαταστάθηκε πρώτη στη χώρα, αν και εικάζεται ότι ήταν οι Nτορόμπο, οι οποίοι θεωρούνται απευθείας απόγονοι μιας πρωτογενούς βουσμανοειδούς φυλής. Πολύ αργότερα (6.000 ή 5.000 π.Χ.) εγκαταστάθηκαν στην Κ. χαμιτικές φυλές, που ήρθαν από τον Βορρά και από την Αραβική χερσόνησο. Τις ακολούθησαν φυλές Mπαντού, προερχόμενες από την κεντρική Αφρική, οι οποίες προήγαγαν το πολιτιστικό και κοινωνικό υπόβαθρο της περιοχής. Οι αλεξανδρινοί ταξιδευτές, οι Φοίνικες, οι Ασσύριοι και οι Έλληνες αποβιβάστηκαν διαδοχικά στις ακτές της χώρας· τους λαούς αυτούς ακολούθησαν οι Άραβες, οι Πέρσες, οι Μαλαίσιοι, οι Ινδοί και οι Κινέζοι, που ίδρυσαν εμπορικές βάσεις και μεταφύτευσαν στη χώρα στοιχεία του πολιτισμού τους. Οι Άραβες, περίπου στα τέλη του 10ου αι., ίδρυσαν τη Λαμπί, την Πάτα, τη Mαλίντι και τη Mομπάσα, κέντρα τα οποία εξωραΐστηκαν σταδιακά με τον πλούτο που συσσωρεύτηκε από το δουλεμπόριο, το εμπόριο χρυσού (ο χρυσός προερχόταν από το βασίλειο των Mονομοτάπα), το εμπόριο των κελυφών χελώνας, των δερμάτων και το διαμετακομιστικό εμπόριο των προϊόντων που εισάγονταν από την Ασία. Οι Άραβες και οι Πέρσες διέδωσαν την καλλιέργεια της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς, της τζιτζιφιάς, του βαμβακιού και του ζαχαροκάλαμου, ενώ οι Κινέζοι εμπορεύονταν στη χώρα τις πορσελάνες τους. Κατόπιν έφτασαν οι Πορτογάλοι, που εκτόπισαν τους Άραβες από όλες τις εμπορικές δραστηριότητες της χώρας, καθώς και από το δουλεμπόριο, ωσότου εξαναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν στη Μοζαμβίκη. Έτσι συνεχίστηκε, χωρίς κανέναν περιορισμό, το εμπόριο του εβένου από τους σουλτάνους, οι οποίοι προχωρούσαν περιοδικά στον αφανισμό των φυλών Μπαντού. Τέλος, κατά τον 16ο αι., νειλοχαμιτικές φυλετικές ομάδες, οι σημερινοί Mασάι, βοσκοί-πολεμιστές από τον Βορρά, προωθήθηκαν στη Μεγάλη Ρηξιγενή Κοιλάδα ανάμεσα στους Mπαντού, οι οποίοι εξαναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να φτάσουν μέχρι και τα εδάφη της σημερινής Τανζανίας. Στην Κ. ζουν σήμερα περίπου 40 εθνοτικές φυλετικές ομάδες, αρκετές από τις οποίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι Mπαντού, τους οποίους ακολουθούν, αριθμητικά, αιθιοπικές φυλετικές ομάδες και οι Nειλοχαμίτες. Επίσης, υπάρχουν μικροί πληθυσμιακοί πυρήνες, που πιθανότατα ανήκουν φυλετικά σε κατάλοιπα των πιο αρχαίων πληθυσμών οι οποίοι έζησαν κάποτε σε αυτό το τμήμα της Αφρικής. Από τις φυλές Mπαντού, η πολυπληθέστερη είναι η φυλή των Kικούγιου που ζουν διάσπαρτοι σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του Ναϊρόμπι και του όρους Κένυα. Οι Kικούγιου παλαιότερα ασκούσαν τη γεωργία από τόπο σε τόπο. Όμως, επηρεάστηκαν πολύ από τους λευκούς αποίκους και ήδη, εδώ και πολλές δεκαετίες, έχουν εγκατασταθεί μόνιμα σε ορισμένες περιοχές ή έχουν ενταχθεί στον πληθυσμό της πρωτεύουσας. Mπαντού είναι επίσης και οι Kάμπα (11%), που ζουν από τη γεωργία και το κυνήγι και γύρω από το Mατσάκος, όπως επίσης οι Kισίι (6%) και οι Λούια (14%), οι οποίοι ζουν κοντά στη λίμνη Βικτόρια, καθώς και οι Πάκομο, οι Γκιριάμα, οι Nιίκα και οι Nτίγκο, που ζουν στη λεκάνη της Tάνα, όπου βρήκαν καταφύγιο την εποχή της χαμιτικής εισβολής. Ανάμεσα στους πληθυσμούς που δεν έχουν καταγωγή Μπαντού, η πιο πολυάριθμη είναι η ομάδα των Λούο (13%), που κατάγονται από τις περιοχές γύρω από τον Νείλο· αυτοί ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία στα περίχωρα του κόλπου Kαβιρόντο, κοντά στη λίμνη Βικτόρια. Οι Μασάι κατέχουν το νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας και ορισμένο τμήμα της Τανζανίας, ενώ στα Β ζει η συγγενής με αυτούς φυλή Σαμπούρου· αυτοί προέρχονται, πιθανότατα, από την περιοχή που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον ορεινό όγκο του Kινιέτι και στη λίμνη Αλβέρτου. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στη νότια περιοχή της Μεγάλης Ρηξιγενούς Κοιλάδας και κατά μήκος των ανατολικών άκρων, απ’ όπου έφτασαν, περίπου στα μέσα του 19ου αι., μέχρι τον ωκεανό, αλλά για μικρό χρονικό διάστημα. Είναι βοσκοί-πολεμιστές και ζουν σήμερα από την κτηνοτροφία βοοειδών, αντιστεκόμενοι στις προσπάθειες αφομοίωσής τους που καταβάλλει η κυβέρνηση της Κ. Nειλοχαμίτες είναι και οι Tουρκάνα, οι οποίοι ανέρχονται περίπου σε 200.000 και ζουν στις όχθες της λίμνης Ροδόλφου, ασχολούμενοι με την αλιεία και τη νομαδική κτηνοτροφία. Στα Β της λίμνης του Mπάρινγκο ζουν οι Σουκ, επίσης νομάδες κτηνοτρόφοι, ενώ η γεωργία αποτελεί τη βασική δραστηριότητα των Nάντι. Σε υπόξηρες περιοχές, στα ΒΑ της χώρας, συναντώνται πολυάριθμες χαμιτικές φυλές (Σομαλοί, Όρμα, Mποράν κ.ά.). Είναι νομάδες κτηνοτρόφοι και κατοικούν σε κυκλικές σκηνές, που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες στη γειτονική Σομαλία. Ο ευρωπαϊκής καταγωγής πληθυσμός έχει μειωθεί σε μερικές χιλιάδες άτομα και πρόκειται να μειωθεί ακόμα περισσότερο. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι κάτοικοι της Κ. ήταν Άγγλοι και Γερμανοί στρατιωτικοί και υπάλληλοι, καθώς επίσης έμποροι και ιεραπόστολοι ποικίλης προέλευσης. Σε αυτούς προστέθηκαν αργότερα, κατά τις αρχές του 20ού αι., και οι farmers, οι οποίοι ήταν κυρίως βρετανικής και νοτιοαφρικανικής καταγωγής. Με την εξέγερση των Μάου-Mάου πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες μαζικές έξοδοι Ευρωπαίων από τη χώρα. Η πολιτική εξαφρικανισμού είχε πιο θλιβερές συνέπειες για τη σημαντική ινδική μειονότητα, η οποία το 1965 περιλάμβανε περίπου 200.000 άτομα. Ένα μεγάλο τμήμα αποχώρησε κατά τα επόμενα χρόνια. Τέλος, μεγάλος είναι ο αριθμός των Αράβων, οι οποίοι ζουν κατά μήκος των ακτών και ασχολούνται με ναυτικές δραστηριότητες.Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή του πληθυσμού, που πραγματοποίησαν οι Άγγλοι το 1931, στην Κ. κατοικούσαν περίπου 3 εκατ. αυτόχθονες και περίπου 70.000 ξένοι. Η χώρα σήμερα έχει φτάσει τους 31.138.735 κατ. (2002), με ρυθμό αύξησης του πληθυσμού 1,15%. Η βρεφική θνησιμότητα βρίσκεται στο 0,67% και το προσδόκιμο ζωής είναι τα 47,8 χρόνια για τις γυναίκες και τα 46,2 για τους άντρες (2002). Η μέση πυκνότητα του πληθυσμού είναι 53 κάτ. ανά τ. χλμ., αλλά η κατανομή του είναι πολύ άνιση. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή συγκέντρωση παρατηρείται στα Υψίπεδα (1.500 μ.), όπου η πυκνότητα αγγίζει τιμές πάνω από 320 άτομα ανά τ. χλμ. (στη Δυτική Επαρχία). Τις ίδιες τιμές παρουσιάζει και η επαρχία Nιάνζα, η οποία βρίσκεται απέναντι από τη λίμνη Βικτόρια. Η Κεντρική Επαρχία έχει πυκνότητα 239 κατ. ανά τ. χλμ., ενώ η πληθυσμιακή πυκνότητα της περιοχής του Ναϊρόμπι εξαρτάται κυρίως από τον πληθυσμό της πρωτεύουσας, η οποία είναι μια πόλη που πλέον πλησιάζει τα 2.500.000 κατ. Αντίθετα, η Παράκτια Επαρχία είναι αραιοκατοικημένη, εκτός από την περιοχή γύρω από τη Mομπάσα. Άλλες αραιοκατοικημένες περιοχές (25 κάτ. ανά τ. χλμ.) είναι οι ξηρές βόρειες περιοχές.Στα υψίπεδα της κεντροδυτικής Κ., όπου η ευφορία του εδάφους επιτρέπει την πυκνή κατοίκηση, υπάρχουν πολυάριθμα χωριά Kικούγιου, τα οποία είναι διασκορπισμένα τόσο στις ψηλές περιοχές όσο και στις πλαγιές των υψιπέδων, κοντά στα καλλιεργούμενα εδάφη και στα βοσκοτόπια. Αυτά τα χωριά αποτελούνται από μεγάλες καλύβες με κωνικές σκεπές, που απέχουν πολύ η μία από την άλλη. Σύμφωνα με τη συνήθεια, κοντά σε αυτές υπάρχει ένας μικρός χώρος για τα ζώα, ένα κοτέτσι και μια αποθήκη.Η Κ., μολονότι κάποια εποχή παρουσίασε έναν σημαντικό πολιτισμό, δεν έχει παραδοσιακά αστικά κέντρα. Ο αστικός πληθυσμός ανέρχεται μόλις στο 23,6% του συνολικού της χώρας. Εκτός από το Ναϊρόμπι και τη Μομπάσα, τα άλλα βασικά κέντρα είτε δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της εποχής του αποικισμού, εξυπηρετώντας κυρίως διοικητικούς σκοπούς, είτε αποτελούν εξέλιξη ορισμένων χωριών που είχαν μια θέση η οποία ευνοούσε την ανάπτυξη του εμπορίου. Όλα τα παραπάνω δικαιολογούν την έλλειψη προτύπων πολεοδομικής υποδομής καθώς και την πλήρη απουσία ενός ενιαίου αρχιτεκτονικού σχεδίου· παράλληλα με τις συνοικίες αγγλοσαξονικής τεχνοτροπίας επιβιώνουν, κυρίως στις μικρές πόλεις, αγροτικές κτιριακές κατασκευές. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα είναι τα εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2002): Ναϊρόμπι (Nairobi, 2.411.900, βλ. λ.), Μομπάσα (Mombasa, 712.600, βλ. λ.), Νακούρου (Nakuru, 333.800, βλ. λ.), Κισούμου (Kisumu, 275.100), Ελντορέτ (Eldoret, 246.900), Νιέρι (Nyeri, 218.800), Μέρου (Meru, 140.900) και Ματσάκος (Machakos, 180.100).Η Κ. εντάχθηκε στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς πολύ νωρίς. Η οικονομία της βασίζεται κυρίως στη γεωργία (καφές, τσάι), αλλά, από την εποχή της ανεξαρτησίας μέχρι σήμερα, έχει δοθεί μεγάλη σημασία στη βιομηχανική ανάπτυξη καθώς και στον τουρισμό – ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η πολιτική της πρώτης κυβέρνησης, μολονότι υποστήριζε τον σοσιαλιστικό προγραμματισμό και τον εξαφρικανισμό του συστήματος παραγωγής, δεν προχώρησε στην οριστική κατάργηση των συστημάτων τα οποία της κληροδότησε η αποικιακή διακυβέρνηση. Ο εξαφρικανισμός αφορούσε κυρίως τη γεωργία. Έγινε προσπάθεια για την ικανοποίηση των τοπικών επισιτιστικών αναγκών, αλλά παράλληλα υπήρχαν γεωργικές δραστηριότητες που εισήχθησαν από τους λευκούς και αποσκοπούσαν στην εμπορία των παραγόμενων προϊόντων. Στην ουσία, η παραδοσιακή δομή της γεωργικής οικονομίας επιβιώνει σε μεγάλη κλίμακα, παρά τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού, ενώ η εξάρτηση από την ξένη τεχνολογία και τις εξωτερικές επενδύσεις δεν μειώθηκε όσο προέβλεπε ο κρατικός προγραμματισμός. Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού και οι πολιτικές συγκρούσεις δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα και στην οικονομία, σε συνδυασμό με την τεράστια διαφθορά στον δημόσιο τομέα. Τον Φεβρουάριο του 1996 η Παγκόσμια Τράπεζα ενέκρινε δάνειο 216 εκατ. δολ., ως ενίσχυση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Το 2001 το AEΠ ήταν 31.000 εκατ. δολ., το κατά κεφαλήν εισόδημα 1.000 δολ., ο πληθωρισμός 3,3% και η ανεργία έφτασε το 40%.Παρότι μόνο το 4% των εδαφών της χώρας είναι κατάλληλο για αγροτικές εργασίες, το μεγαλύτερο τμήμα του ενεργού πληθυσμού (76%) ασχολείται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, οι οποίες συμμετέχουν περίπου κατά το ένα τρίτο στον σχηματισμό του ΑΕΠ. Κατά τη δεκαετία 1965-75 το κράτος κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της παραγωγής των ειδών διατροφής, για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών, και να αναπτυχθεί παράλληλα η γεωργική παραγωγή η οποία προοριζόταν κυρίως για το εξαγωγικό εμπόριο. Η οργάνωση του πρωτογενούς τομέα περιλαμβάνει τα σύγχρονα αγροτικά συγκροτήματα των Ευρωπαίων και Ινδών καλλιεργητών, τα συνεταιριστικά αγροκτήματα αφρικανικής ιδιοκτησίας, τα οποία λειτουργούν με τη βοήθεια της κυβέρνησης και, τέλος, τις μικρές ιδιοκτησίες ή τις παραδοσιακές κοινοτικές ιδιοκτησίες. Οι τελευταίες παράγουν κυρίως καλαμπόκι που καλύπτει, κατά μεγάλο μέρος, τις επισιτιστικές ανάγκες των ιθαγενών. Η καλλιέργεια του ρυζιού βασίζεται σε σύγχρονες μεθόδους, ενώ η καλλιέργεια του σιταριού επεκτάθηκε και αναπτύχθηκε σημαντικά. Επίσης καλλιεργούνται κριθάρι, βρόμη, κάνναβη και σόργο, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν στη διατροφή του πληθυσμού η μανιόκα, η γλυκοπατάτα και η πατάτα. Οι καλλιέργειες των οποίων τα προϊόντα προορίζονται για εξαγωγή παρουσιάζουν σημαντική πρόοδο. Κυριότερη είναι η καλλιέργεια του καφέ, η οποία εισήχθη το 1913 και γίνεται κυρίως στα υψίπεδα που περιβάλλουν το όρος Κένυα, στην επαρχία Kέρισο και στην περιοχή Aμπερντάρε. Η δεύτερη κατά σειρά σπουδαιότητας καλλιέργεια είναι αυτή του τσαγιού, που ξεκίνησε το 1924 κυρίως στις περιοχές Kέρισο και Λιμουρού. Η καλλιέργεια αυτή επεκτάθηκε με μεγάλη ταχύτητα μετά την ίδρυση του Kenya Tea Development Authority, για την ενίσχυση των μικρών γηγενών καλλιεργητών. Ο καφές και το τσάι είναι τα πιο σημαντικά εξαγώγιμα προϊόντα και οι Αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό τον τομέα, που συνεισφέρει στην εισαγωγή ξένου συναλλάγματος. Η αγαύη (σιζάλ) καλλιεργείται κυρίως στο υψίπεδο που βρίσκεται Β του Ναϊρόμπι καθώς και στην παράκτια περιοχή, σε μια έκταση περίπου 1.100.000 στρεμμάτων. Ειδική καλλιέργεια αποτελεί αυτή του πύρεθρου (χρυσάνθεμου), που χρησιμοποιείται για την παρασκευή εντομοκτόνων· η Κ. είναι η μεγαλύτερη παραγωγός στον κόσμο αυτού του ευεργετικού φυτού. Το βαμβάκι καλλιεργείται κυρίως από ντόπιους, στην περιοχή της Nιάνζα, κατά μήκος της ακτής. Άλλα προϊόντα που εξάγονται είναι το ζαχαροκάλαμο και ο καπνός. Η σημαντικότερη καλλιέργεια φρούτου είναι του ανανά, η οποία τροφοδοτεί μια ακμάζουσα βιομηχανία κονσερβοποίησης στη Θίκα. Ο δασικός πλούτος αξιοποιείται σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Στις δασικές εκτάσεις της ορεινής περιοχής της χώρας, σε υψόμετρο 2.000-2.700 μ., κυριαρχούν οι κέδροι και οι ποδόκαρποι. Το 1994 η παραγωγή ξυλείας έφτασε τα 27,7 εκατ. κ.μ.Η κτηνοτροφία βοοειδών διακρίνεται στον τομέα της παραδοσιακής κτηνοτροφίας, που ασκείται από τους ντόπιους, και στον τομέα της προηγμένης κτηνοτροφίας η οποία προορίζεται για το εμπόριο. Από άποψη αριθμού ζώων υπερτερεί η παραδοσιακή κτηνοτροφία. Με αυτήν ασχολούνται οι Mασάι στα στεπώδη λιβάδια της Μεγάλης Ρηξιγενούς Κοιλάδας, οι Tουρκάνα στην περιοχή που βρίσκεται Δ της λίμνης Ροδόλφου, καθώς και άλλες φυλές στην παράκτια περιοχή και στο Kαβιρόντο, στις όχθες της λίμνης Βικτορίας. Όμως τα ζώα δεν είναι καλής ράτσας, προσβάλλονται από ποικίλες ασθένειες, ενώ είναι αναγκασμένα να βόσκουν σε άνυδρες περιοχές και να μετακινούνται συνεχώς. Η παραγωγή προορίζεται αποκλειστικά για την κάλυψη των καθημερινών επισιτιστικών αναγκών των νομάδων. Εξειδικευμένη κτηνοτροφία ασκείται στα πλούσια βοσκοτόπια του υψιπέδου. Εκλεκτές ράτσες ζώων που διατρέφονται σωστά δίνουν γάλα, βούτυρο, τυρί και κρέας. Η Κ. είναι ένα από τα λίγα αφρικανικά κράτη με σημαντική βιομηχανία γαλακτοκομικών προϊόντων. Εκτός από τα βοοειδή, εκτρέφονται πρόβατα, κατσίκια, χοίροι, ενώ οι καμήλες αποτελούν μέσο διακίνησης και μεταφοράς των Tουρκάνα και των Σομαλών στις βόρειες περιοχές. Η αλιεία έχει μικρή οικονομική σημασία και με αυτήν ασχολούνται κυρίως οι πληθυσμοί που ζουν κοντά στις λίμνες Βικτορίας και Ροδόλφου.Οι πρώτες εγκαταστάσεις Ευρωπαίων. Η σύγχρονη ιστορική περίοδος της Κ., όσον αφορά τουλάχιστον τις ακτές και την εγγύς ενδοχώρα, ξεκίνησε το 1498, δηλαδή όταν έφτασαν στα λιμάνια της Mομπάσα και του Mαλίντι οι Πορτογάλοι του Βάσκο ντα Γκάμα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς τις Ινδίες. Σε προηγούμενη περίοδο, πιθανώς ήδη από προχριστιανική εποχή, οι Άραβες έμποροι είχαν προωθηθεί κατά μήκος της αφρικανικής ακτής, Ν του ακρωτηρίου Γκουαρνταφούι. Από τον 7ο αι. είχαν δημιουργηθεί μόνιμες αποικίες μέχρι το ακρωτήριο Nτελγκάντο. Οι Άραβες, οι οποίοι ήταν έμπειροι ναυτικοί και είχαν υπό τον έλεγχό τους τις συγκοινωνίες του Ινδικού ωκεανού, για να διατηρήσουν αυτό τον έλεγχο, αντιτάχθηκαν στην κυριαρχία των Πορτογάλων, με τους οποίους δημιούργησαν ανταγωνιστικές σχέσεις, όσον αφορά το εμπόριο με τους ντόπιους. Αυτές οι εμπορικές επαφές των Αράβων με τους γηγενείς πληθυσμούς δημιούργησαν έναν σύνθετο Αραβο-Μπαντού πολιτισμό, στην περιοχή των παραλίων, αλλά και τη γλώσσα σουαχίλι, η οποία αποτέλεσε την κοινή γλώσσα του εμπορίου. Με την παρέμβαση του ιμάμη του Ομάν, αλλά και εξαιτίας των ανταγωνισμών με τους Άγγλους και τους Ολλανδούς, οι Πορτογάλοι έπαψαν να έχουν τον έλεγχο της περιοχής, ενώ το 1698 έχασαν και το τελευταίο φρούριο της Mομπάσα. Ωστόσο, οι αρχηγοί των διαφόρων αραβικών κοινοτήτων, αφού απελευθερώθηκαν από τους Πορτογάλους, δεν αποδέχτηκαν την υποταγή τους στον ιμάμη. Οι βαλήδες (διοικητές), οι οποίοι αρχικά ήταν εντολοδόχοι του ιμάμη, ήρθαν σε συνεννόηση με τους εμπόρους, με αποτέλεσμα να διοικούν τα εδάφη της χώρας με πλήρη ανεξαρτησία. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε περίπου μέχρι το 1840, οπότε ο ιμάμης του Ομάν, Σαΐντ, μετέφερε την πρωτεύουσά του από τη Mασκάτ στη Ζανζιβάρη (σήμερα αποτελεί τμήμα της Τανζανίας), επιβεβαιώνοντας δυναμικά και αποτελεσματικά την κυριαρχία του στην ακτή. Ο Σαΐντ, πριν πεθάνει (1856), διαμοίρασε την επικράτειά του στους δύο γιους του: στον πρώτο περιήλθε το ασιατικό τμήμα της και στον δεύτερο το αφρικανικό. Ο δεύτερος λοιπόν έλαβε και τον τίτλο του σουλτάνου της Ζανζιβάρης. Η βρετανική κυριαρχία. Όσον αφορά τις εδαφικές κτήσεις του σουλτάνου, η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά την εμφάνιση των Γερμανών εξερευνητών (1884). Ο ανταγωνισμός με τη Γερμανία έπεισε την Αγγλία –που είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται γι’ αυτό το τμήμα της ανατολικής Αφρικής, πράγμα που απέδειξε έμπρακτα αποστέλλοντας έναν πρόξενο στη Ζανζιβάρη– ότι έπρεπε να εξασφαλίσει μια μεγάλη ζώνη επιρροής σε αυτό τον γεωγραφικό χώρο. Ο πρόξενος Τζον Κερκ προσπάθησε να πείσει τον σουλτάνο της Ζανζιβάρης να προσαρτήσει την ανατολική Κ. και την Τανζανία. Εκείνος αρνήθηκε και έτσι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μοιράστηκαν τις περιοχές αυτές με την αγγλογερμανική συνθήκη του 1886: τα εδάφη που βρίσκονταν Ν του δέλτα του ποταμού Oύμπα (Τανγκανίκα) περιήλθαν στη γερμανική σφαίρα επιρροής και τα βόρεια εδάφη στην αγγλική (Κ.). Στον σουλτάνο της Ζανζιβάρης δεν απέμενε άλλη επιλογή παρά να αποδεχτεί το τετελεσμένο αυτό γεγονός. Όταν ξέσπασε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο δυνάμεις για την Ουγκάντα (1889), η συμφωνία της 1ης Ιουλίου 1890 (θεμελιώδους σημασίας για την ιστορία της Αφρικής) ρύθμισε τις μεταξύ τους διαφορές, ολοκληρώνοντας την οριοθέτηση μεταξύ Κ. και Τανγκανίκα· σύμφωνα με αυτό τον διακανονισμό αναγνωρίζονταν ως αγγλικές ζώνες ορισμένες νησίδες γερμανικής επιρροής στην Κ. Από τότε και μέχρι την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου οι σχέσεις μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας στην ανατολική Αφρική διέπονταν από τους κανόνες της καλής γειτονίας. Η διακυβέρνηση της παράκτιας περιοχής, που παραχωρήθηκε από τον σουλτάνο στην Αγγλία, ανατέθηκε το 1887 σε μια ιδιωτική εταιρεία, με κυριότερο σκοπό τη δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ της Μομπάσα και της λίμνης Βικτορίας. Η εταιρεία, που ως εντολοδόχος της αγγλικής κυβέρνησης έφερε την ευθύνη και για τη διοίκηση, ήταν η Imperial British East Africa Company, γνωστή από τα αρχικά της ως IBEAC. Σε αυτήν επίσης ανατέθηκε το καθήκον να καταλάβει τις περιοχές της ενδοχώρας που κατοικούνταν από αυτόνομες φυλές, οι οποίες επρόκειτο να αποτελέσουν στο μέλλον το προτεκτοράτο της Ουγκάντα. Η κατάληψη δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση από τους Μασάι ή τους Μπαντού. Την 1η Ιουλίου 1895 είχε συντελεστεί και τυπικά η δημιουργία του προτεκτοράτου της Ανατολικής Βρετανικής Αφρικής, στο οποίο δόθηκε το πρώτο σύνταγμα (1902). Η χώρα αποτέλεσε ορμητήριο των Βρετανών σε επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Οι αυτόχθονες λαοί εξακολουθούσαν να κυβερνούνται από τους αρχηγούς τους, υπό τη γενική επιστασία όμως και καθοδήγηση των Βρετανών τοπαρχών. Στα τέλη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου 9.000 Ευρωπαίοι βρίσκονταν ήδη στην Κ. Το 1920 το προτεκτοράτο διαιρέθηκε στο προτεκτοράτο της Κ., το οποίο περιλάμβανε την παράκτια περιοχή (πλάτους δώδεκα μιλίων) και τέθηκε υπό την ηγεμονία του σουλτάνου της Ζανζιβάρης, και στην αποικία της Κ., υπό το βρετανικό Στέμμα, την οποία αποτελούσαν όλα τα άλλα εδάφη της ενδοχώρας. Δύο νόμοι, οι οποίοι θεσπίστηκαν το 1898 και το 1902, ρύθμισαν το καθεστώς των εδαφών, τα οποία, σχεδόν στο σύνολό τους, προσαρτήθηκαν στο βρετανικό Στέμμα, εκτός από ορισμένες περιοχές που απέμειναν στους ντόπιους. Οι περιοχές αυτές αποδείχθηκαν σύντομα ανεπαρκείς για τη συντήρηση του γηγενούς πληθυσμού, με αποτέλεσμα πολλοί να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν στις πόλεις σε αναζήτηση εργασίας. Η εξέγερση των Μάου-Μάου και η ανεξαρτησία. Οι ελπίδες των Άγγλων για μια ουσιαστική εξέλιξη, που θα οδηγούσε τη χώρα σε ένα καθεστώς αυτοδιοίκησης σε αποικιακά πλαίσια, αποδείχθηκαν μάταιες. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην εξέγερση των Mάου-Mάου (ανήκαν στη φυλή Kικούγιου), η οποία από το 1952 έως το 1955 αναστάτωσε το τμήμα της Κ. όπου κατοικούσαν οι Kικούγιου, οι οποίοι, μετά τις εδαφικές παραχωρήσεις στους Ευρωπαίους, είχαν αποκλειστεί από τα γόνιμα εδάφη των υψιπέδων και είχαν απωθηθεί σε καταυλισμούς με εδάφη χαμηλής αποδοτικότητας. Οι βρετανικές Αρχές θεώρησαν αρχηγό της εξέγερσης τον Γιόμο Kενιάτα, που ήταν επικεφαλής του κόμματος Kenya African National Union, τον οποίο φυλάκισαν. Η Μεγάλη Βρετανία κατάφερε να επαναφέρει την ηρεμία στη χώρα αφενός ακολουθώντας μια σκληρή πολιτική καταπίεσης και αφετέρου επιταχύνοντας την αρχή πολιτικών και συνταγματικών μεταρρυθμίσεων. Μετά το τέλος των συγκρούσεων οι Αφρικανοί άρχισαν να γίνονται δεκτοί στη διακυβέρνηση, στα πλαίσια μιας πολιτικής διαδικασίας που απέβλεπε στο να οδηγήσει τη χώρα στην ανεξαρτησία. Στην Κ. εισήχθη ένα νέο εκλογικό καθεστώς που εξασφάλιζε στους Αφρικανούς την πλειοψηφία στο νομοθετικό συμβούλιο. Πολύ γρήγορα, όμως, προέκυψε μια σοβαρή διαφωνία ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα, του Kenya African National Union (KANU), του οποίου αρχηγοί ήταν ο Tομ Mπόγια και ο Γιόμο Kενιάτα, και του Kenya African Democratic Union (KADU), το οποίο βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του Ρόναλντ Nγκάλα. Το πρώτο κόμμα επεδίωκε τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους, ενώ το δεύτερο τη συγκρότηση ενός ομοσπονδιακού. Τον Μάρτιο του 1963 βρέθηκε μια ικανοποιητική λύση για τη συνταγματική μορφή του κράτους, χάρη στη μεσολάβηση της βρετανικής κυβέρνησης. Τα δύο κόμματα συμφώνησαν για μια ομοσπονδοποίηση του κράτους, ενώ ο σουλτάνος της Ζανζιβάρης παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις του, όσον αφορά την παράκτια περιοχή η οποία θεωρητικά βρισκόταν υπό την επικυριαρχία του, ύστερα από χρηματική αποζημίωση. Η Κ. απέκτησε πλήρη εσωτερική αυτονομία (1η Ιουνίου 1963), ανεξαρτησία και πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα (12 Δεκεμβρίου 1963) και αργότερα συνταγματικό καθεστώς, στην κορυφή του οποίου βρισκόταν η βασίλισσα Ελισάβετ της Μεγάλης Βρετανίας. Έναν χρόνο αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου 1964, η χώρα έγινε προεδρική δημοκρατία: ο Γιόμο Kενιάτα –ο οποίος στο μεταξύ είχε αναλάβει την αρχηγία του KANU– έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Κ. Όσον αφορά την εσωτερική κατάσταση, είχε σταδιακά επιτευχθεί μια προσέγγιση στις απόψεις των δύο κομμάτων (KANU και KADU), η οποία οδήγησε στην τελική συγχώνευσή τους σε ένα μοναδικό πολιτικό κόμμα. Ο Κενιάτα διατήρησε καλές σχέσεις με τη Δύση και με τους γειτονικούς λαούς σε δύσκολες περιστάσεις, αφού στην Ουγκάντα κυριαρχούσε το καθεστώς του Ίντι Αμίν Νταντά. Η μετριοπαθής και σταθερή πολιτική του προσέλκυσε μεγάλο αριθμό ξένων επενδυτών. Αναπτύχθηκε η βιομηχανία αλλά και ο τουρισμός, που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πηγή συναλλάγματος για τη χώρα. Η εποχή μετά τον Κενιάτα. Μετά τον θάνατο του Kενιάτα (Αύγουστος 1978) τη θέση του πήρε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος Ντάνιελ Άραπ Mόι, ο οποίος ήταν ο μοναδικός υποψήφιος στις εκλογές του 1979. Το 1982 η εθνοσυνέλευση της χώρας ανακήρυξε επισήμως την Κ. μονοκομματικό κράτος, ενώ έπειτα από απόπειρα πραξικοπήματος που εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους, κατά την οποία σκοτώθηκαν εκατοντάδες άτομα, πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις και επιβλήθηκε λογοκρισία. Κατά τη δεκαετία του 1980 η κυβέρνηση του προέδρου Mόι αντιμετώπισε ένα ολοένα αυξανόμενο κύμα αντιδράσεων και κριτικής, τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και από το εξωτερικό. Στην περίοδο 1986-87 η κυβέρνηση προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις μελών μιας ανεπίσημης οργάνωσης της Αριστεράς, στην οποία μετείχαν πανεπιστημιακοί, φοιτητές και δημοσιογράφοι. Η Διεθνής Αμνηστία κατηγόρησε τις Αρχές της Κ. για βασανιστήρια και θανάτους κρατουμένων. Τον Φεβρουάριο του 1988 ο Mόι ανέλαβε τρίτη προεδρική θητεία χωρίς αντίπαλο, ενώ στις προκριματικές εκλογές για την εθνοσυνέλευση κυριάρχησαν οι υποψήφιοι του κυβερνητικού κόμματος, με αποτέλεσμα η αντιπολίτευση να απευθύνει καταγγελίες για παρατυπίες. Στο επόμενο διάστημα υπήρξαν παραιτήσεις υπουργών της κυβέρνησης ύστερα από καταγγελίες για διαφθορά, ενώ τον Ιούνιο του 1989 ο πρόεδρος Mόι απελευθέρωσε όλους τους πολιτικούς κρατουμένους που είχαν φυλακιστεί χωρίς δίκη, ενώ παρείχε επίσης αμνηστία στους διαφωνούντες που ζούσαν στο εξωτερικό. Στις αρχές του 1990 ο υπουργός Εξωτερικών Ρόμπερτ Oύκο πέθανε και διατυπώθηκαν υποψίες ότι είχε δολοφονηθεί. Τότε ξέσπασαν μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, που ανάγκασαν την κυβέρνηση να ζητήσει ανεξάρτητη δικαστική έρευνα. Μια μεγάλη ομάδα διανοουμένων, δικηγόρων και ιερωμένων, υπό την ηγεσία του πρώην πρωθυπουργού Kένεθ Mατίμπα, άρχισε να ασκεί πίεση στην κυβέρνηση για τη νομιμοποίηση της αντιπολίτευσης. Σε απάντηση, ο πρόεδρος Mόι συνέλαβε ηγετικά στελέχη της ομάδας. Στις σοβαρές ταραχές που ακολούθησαν είκοσι άτομα σκοτώθηκαν και έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις. Η Διεθνής Αμνηστία κατηγόρησε και πάλι την κυβέρνηση για βασανιστήρια κρατουμένων. Το 1991 νέες κατηγορίες κατά της κυβέρνησης είδαν το φως της δημοσιότητας στην Ευρώπη, ενώ τον Αύγουστο έξι ηγέτες της αντιπολίτευσης, ανάμεσά τους και ο Oγκίνγκα Oντίνγκα, αντιπρόεδρος της Κ. κατά την περίοδο 1964-66, ίδρυσαν ένα νέο πολιτικό κίνημα, το Φόρουμ για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το οποίο η κυβέρνηση έθεσε αμέσως εκτός νόμου. Τα συμπεράσματα της επιτροπής για τον φόνο το Όκου οδήγησαν στην παραίτηση ενός ακόμη υπουργού. Λίγο αργότερα, αρκετά μέλη του Φόρουμ συνελήφθησαν πριν από μια μεγάλη διαδήλωση στο Ναϊρόμπι, την οποία διέλυσαν οι δυνάμεις ασφαλείας. Η κυβέρνηση της Κ. καταδικάστηκε διεθνώς για τη διάλυση αυτής της συγκέντρωσης και πολλές χώρες διέκοψαν τη βοήθεια προς την Κ. για όσο διάστημα το καθεστώς της δεν προέβαινε σε πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Τον Δεκέμβριο του 1991 παραιτήθηκαν αλλά και αποπέμφθηκαν υπουργοί της κυβέρνησης· ένας από αυτούς, ο Oύκο Kιμπάκι, ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα. Κατά τη διάρκεια του 1992 ιδρύθηκαν πολλά νέα κόμματα, καθώς η αντιπολίτευση ετοιμαζόταν να μετάσχει στις εκλογές. Όμως, στο ίδιο διάστημα περίπου 2.000 άτομα σκοτώθηκαν σε φυλετικές ταραχές στη δυτική Κ. Στα μέσα του 1992, λόγω των εσωτερικών διενέξεων το Φόρουμ διασπάστηκε σε δύο τμήματα, τα οποία είχαν επικεφαλής, αντίστοιχα, τον Mατίμπα και τον Oντίνγκα. Στις προεδρικές εκλογές, που διεξήχθησαν τον Δεκέμβριο του 1992, ο Mόι επανεξελέγη με ποσοστό 36,3%, ενώ ο Mατίμπα συγκέντρωσε το 26%. Το κυβερνόν κόμμα εξασφάλισε την πλειοψηφία των εδρών της εθνοσυνέλευσης. Όμως, στις εκλογές αυτές οι εκλογείς ψήφισαν με βάση την ένταξή τους σε διάφορες εθνοτικές ομάδες· χαρακτηριστικό φαινόμενο υπήρξε η απόρριψη του κυβερνητικού σχήματος από τις δύο μεγαλύτερες φυλές της Κ., τους Kικούγιου και τους Λούο. Στη συνέχεια η Κ. αντιμετώπισε γενικές απεργίες των συνδικάτων που διεκδικούσαν αυξήσεις, ενώ εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο και το ριζοσπαστικό Ισλαμικό Κόμμα, τα μέλη του οποίου υπέστησαν διώξεις από την κυβέρνηση. Οι διεθνείς οργανώσεις επανέλαβαν τις κατηγορίες τους ότι η κυβέρνηση έμμεσα ενθάρρυνε τις ταραχές ανάμεσα στις φυλές, προκειμένου να δυσφημήσει τα νέα πολιτικά κόμματα. Τον Ιανουάριο του 1994 ο Oγκίνγκα Oντίνγκα πέθανε και τον διαδέχθηκε, στη θέση του επικεφαλής του Φόρουμ, ο Mάικελ Kιτζάνα. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης σχημάτισαν χαλαρή συμμαχία με τον τίτλο Ενιαίο Εθνικό Δημοκρατικό Μέτωπο, ενώ σημειώθηκαν μεγάλες κινητοποιήσεις στον δημόσιο τομέα και στα πανεπιστήμια. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες, κατόπιν διεθνών πιέσεων, εισήγαγε η κυβέρνηση την επόμενη χρονιά είχαν ως αποτελέσματα τον περιορισμό της διαφθοράς αλλά και τη μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού και της ανεργίας. Στις εκλογές του 1997 ο Μόι ανανέωσε ξανά τη θητεία του, μετά τη διάρρηξη του μετώπου της αντιπολίτευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η χώρα αντιμετώπισε φυσικές καταστροφές (μεγάλες πλημμύρες), ενώ λιμός εμφανίστηκε στις βορειοανατολικές και στις κεντρικές επαρχίες, επηρεάζοντας σοβαρά τον τουρισμό της χώρας. Παράλληλα, περίπου 300.000 άνθρωποι (μέλη της φυλής Κικούγιου) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω ταραχών που προκλήθηκαν μάλλον από την ίδια την κυβέρνηση, προκειμένου να ισχυροποιηθεί στις συγκεκριμένες περιοχές, απ’ όπου προέρχονταν οι περισσότεροι βουλευτές. Τον Αύγουστο του 1998 βομβαρδίστηκαν οι πρεσβείες των ΗΠΑ στο Ναϊρόμπι και στο Νταρ-ες-Σαλάμ (Τανζανία), με αποτέλεσμα τον θάνατο 240 ατόμων και τον τραυματισμό 5.000 και πλέον. Οι επιθέσεις αποδόθηκαν σε ισλαμιστές τρομοκράτες. Επίσης, τον Φεβρουάριο του 1999 συνελήφθη στο Ναϊρόμπι, μετά από μια μυθιστορηματικού τύπου καταδίωξή του σε διάφορες χώρες (υπόθεση στην οποία ενεπλάκησαν και Έλληνες πολίτες), ο Κούρδος ηγέτης Αμπντουλάχ Οτσαλάν και φυλακίστηκε στην Τουρκία με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Στην προσπάθειά του να σταθεροποιήσει την πολιτική κατάσταση, ο πρόεδρος Μόι ανέθεσε τον Ιούλιο του 1999 τη διαχείριση της δημόσιας διοίκησης στον λευκό παλαιοανθρωπολόγο Ρίτσαρντ Λίκι, ενώ λίγο αργότερα μείωσε τον αριθμό των υπουργών της κυβέρνησης από 27 σε 15, επιδιώκοντας τη σύσταση ενός πιο ευέλικτου σχήματος. Ωστόσο, περιορίστηκαν και οι προεδρικές εξουσίες μετά από νόμο που ψηφίστηκε στη βουλή τον Νοέμβριο. Η οικονομική κατάσταση της χώρας επιβαρύνθηκε από την ξηρασία του 2000, η οποία υπήρξε η χειρότερη των τελευταίων 30 ετών. Τον Ιανουάριο του 2001 η Κ., η Ουγκάντα και η Τανζανία επανασύστησαν την Ένωση Ανατολικής Αφρικής, που είχε καταργηθεί το 1977. Στα μέσα της ίδιας χρονιάς ο Ρίτσαρντ Λίκι και τρία ακόμα μέλη της επιτροπής πάταξης της διαφθοράς παραιτήθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Λίκι κατηγορήθηκε για παρακώλυση του έργου της δικαιοσύνης. Το 2002 ο πρόεδρος Μόι και ο επικεφαλής του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, Ράιλα Οντίνγκα, άρχισαν διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευση του KANU και του NDP εν όψει των επερχόμενων εκλογών, καθώς, βάσει του συντάγματος, ο Μόι απαγορευόταν να διεκδικήσει πάλι την προεδρία. Τελικά, μετά από 25 χρόνια στο προεδρικό αξίωμα, ο Μόι αποχώρησε από την προεδρία και στις εκλογές που έγιναν τον Δεκέμβριο του 2002 πρόεδρος εξελέγη ο Μουάι Κιμπάκι, ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος της Κένυας.Το τεράστιο πεδίο της παραδοσιακής προφορικής λογοτεχνίας της Κ. παραμένει ακόμα, στο μεγαλύτερό του μέρος, ανεξερεύνητο. Τα βασικά έργα που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση είναι το Αντικρίζοντας το όρος Κένυα (1938), του Γιόμο Kενιάτα, που αναφέρεται στους Kικούγιου, καθώς και οι μελέτες του Σ. Mμπίτι για τη φυλή Kάμπα. Η ανάπτυξη της λογοτεχνίας στα αγγλικά ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1950 και έφθασε στην πλήρη ωριμότητά της στη δεκαετία του 1970. Το διήγημα, αρχίζοντας με το έργο του Mούγκα Tζιγκάρου, Land of Sunshine (1958), κυριάρχησε και επιβλήθηκε ακόμα και σε διεθνές επίπεδο με τον Nγκούγκι ουά Tιόνγκο. Επίσης, στον τομέα του διηγήματος μεγάλη υπήρξε η συνεισφορά της Mάρτζορι Oλούντχε-Mακγκόγε, η οποία τιμήθηκε με το βραβείο Σικλέρ (1986) για το έργο της Coming to Birth. Υπάρχουν όμως και άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς, όπως οι Mούγκο Γκατέρου, Γκρέις Oγκότ, K. Aζαλάχε, Mίριαμ Γουέρ κ.ά. Κατά τη δεκαετία του 1970 ορισμένοι συγγραφείς συνέκριναν τις παλιές παραδοσιακές κοινωνίες με τη διαφθορά της σύγχρονης εποχής (K. Bατένε, Tζ.N. Mουάουρα). Την ίδια εποχή όμως γεννήθηκε το λεγόμενο αστικό μυθιστόρημα, με νέα θεματολογία. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του είδους είναι ο Mουάνγκι, με δημοσιογραφικό στιλ, και ο K. Mάνγκουα. Επίσης, αναγνωρίστηκε και το έργο δύο σημαντικών γυναικών συγγραφέων, της Γκρέις Όγκοτ και της Pεμπέκα Nζάου. Στο πεδίο του δοκιμίου διακρίθηκε ο Nγκούγκι, ο οποίος με το έργο του Aποαποικιοποιώντας τον Nου (1986) στήριξε την τάση του πολιτισμικού αφροκεντρισμού. Σημαντικές είναι, επίσης, οι πολιτικοκοινωνικές μελέτες του Aλί Mαζρούι, το έργο του οποίου χαρακτηρίζεται από μια αφρικανική και παγκόσμια προοπτική. Η Κ. ανέδειξε και αρκετούς ποιητές, από τους οποίους σημαντικότερος είναι ο Tζ. Aνγκρίρα. Όσον αφορά τη θεατρική δραστηριότητα της χώρας, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σημειώθηκε μια ποιοτική ύφεση, αλλά από το 1987 και μετά υπήρξε σαφής βελτίωση. Η θεματολογία των θεατρικών έργων αφορά τα προβλήματα της πολιτικής εξουσίας και τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία.Η λαογραφία των Κικούγιου. Η φυλή των Kικούγιου, η πολυπληθέστερη της χώρας, προχωρεί με γοργούς ρυθμούς προς την πρόοδο, ενώ ταυτόχρονα παραμένει προσκολλημένη στις αρχαιότατες παραδόσεις της. Η γη των Kικούγιου, που εκτείνεται από το Ναϊρόμπι έως το όρος Κένυα, είναι μια μεγάλη αγροτική περιοχή με πολλούς λόφους, στις πλαγιές των οποίων είναι χτισμένα πολλά μικρά χωριά. Οι Kικούγιου αποδίδουν μεγάλη σημασία στους συγγενικούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη της φυλής καθώς και στους άρρηκτους δεσμούς τους με τη γη, η οποία είναι η μητέρα της φυλής τους (επειδή εξαρτώνται ολοκληρωτικά από το έδαφος), που μεριμνά για κάθε υλική τους ανάγκη. Το μόσχι, η μικρή οικογενειακή ιδιοκτησία, πρέπει να κατανέμεται σε όλους τους κληρονόμους. Όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο με το μπάρι, ολότελα ξεχωριστή οικονομική, πολιτική και θεσμική μονάδα, που αποτελεί τον πιο μικρό γεωκοινωνικό πυρήνα, υπό την ευρύτερη έννοια. Σε αυτό ανήκουν οι φυτείες, τα βοσκοτόπια, το ιερό δέντρο και ο μάγος-θεραπευτής. Η περιτομή, ίρουα στην τοπική γλώσσα, αποτελεί σημαντικότατο γεγονός στη ζωή των Kικούγιου. Κατ’ αντιστοιχία προς τα έθιμα των Mασάι, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην κατάταξη –ανάλογα με την ηλικία– των μελών της φυλής, η οποία προσδιορίζει και την κοινωνική θέση τους. Όποιος δεν έχει υποστεί περιτομή δεν μπορεί να παντρευτεί, να κληρονομήσει, αλλά ούτε και να χορέψει μαζί με τους άλλους. Τα αγόρια υφίστανται περιτομή μεταξύ 15ου και 18ου έτους, ενώ τα κορίτσια μεταξύ 12ου και 15ου. Η τελετή πρέπει να γίνεται πριν από την εποχή των βροχών και ποτέ κατά τη διάρκεια της πανσελήνου. Τα κορίτσια αρραβωνιάζονται στην ηλικία περίπου των 17 ετών. Την πρόταση γάμου υποβάλλουν στην οικογένειά της οι φίλοι του υποψήφιου γαμπρού. Στη συνέχεια, οι οικογένειες των δύο μνηστευμένων ανταλλάσσουν δώρα, επισκέψεις και αμοιβαίες φιλοφρονήσεις. Ο πατέρας του γαμπρού πρέπει να δώσει προίκα στον γιο του, η οποία συνήθως συνίσταται σε ζώα. Την ημέρα του γάμου πραγματοποιείται η προσυμφωνημένη αρπαγή της νύφης, που πραγματοποιείται εν μέσω κραυγών και επευφημιών των περαστικών. Τέλος, η τελετή ολοκληρώνεται με ένα μεγάλο γλέντι. Τα κορίτσια, ήδη από την παιδική τους ηλικία, γνωρίζουν ότι θα πρέπει να μοιραστούν τη στοργή του άντρα τους με άλλες γυναίκες και ότι θα επωμιστούν το μέρος από τα βάρη του έγγαμου βίου που τους αναλογεί, ώστε να εξασφαλιστεί η οικογενειακή ισορροπία. Οι Kικούγιου αγαπούν πολύ τη γη, ενώ η κτηνοτροφία θεωρείται δευτερεύουσα δραστηριότητα. Η διατροφή τους, που περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά φυτικές τροφές, όπως γαλέτα από κεχρί και μπομπότα από καλαμπόκι, βασίζεται στις δύο ετήσιες σοδειές. Το χωριό αποτελείται από κυκλικές καλύβες με τοίχους από πηλό και κωνική στέγη. Λόγω της πολυγαμίας, κάθε οικογένεια διαθέτει πολλές καλύβες, μία για τον άντρα και από μία για τις γυναίκες του. Οι πρωτόγονες φυλές. Ανάμεσα στις φυλές που βρίσκονται ακόμα σε κατάσταση μεγάλης πολιτιστικής ένδειας, συγκαταλέγονται οι Nτορόμπο (πιθανότατα απόγονοι των Βουσμάνων), οι οποίοι απωθήθηκαν από τους Kικούγιου στο δάσος των Aμπερντάρε. Είναι συνεσταλμένοι, ελάχιστα κοινωνικοί και ζουν στους καταυλισμούς τους, τους οποίους εγκαταλείπουν αμέσως μόλις πλησιάσει ξένος. Οι Nτορόμπο δεν γνωρίζουν την υφαντική ούτε την αγγειοπλαστική, ενώ δεν ασχολούνται ούτε με τη γεωργία ούτε με την κτηνοτροφία. Τη νύχτα βρίσκουν καταφύγιο στα δέντρα ή στις κοιλότητες του εδάφους. Είναι τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί που σκοτώνουν τα θηράματά τους με βέλη ή με ακόντια. Μια άλλη πρωτόγονη φυλή είναι οι Έλμολο (η λέξη σημαίνει φτωχοί διάβολοι), που ζουν στις νότιες όχθες της λίμνης Ροδόλφου. Είναι γενναιόδωροι και κοινωνικοί, ιδιότητες που τους καθιστούν εύκολα θύματα των σιφτά (ληστές από τον βορρά), οι οποίοι τους κλέβουν μέχρι και τις γυναίκες, με αποτέλεσμα η φυλή τους να οδηγείται σταδιακά στον αφανισμό. Μία από τις πιο καθυστερημένες ομάδες είναι των Γκέσου, των οποίων οι γυναίκες φυσούν τον καπνό από τις πίπες πάνω στα βλαστάρια, με την πεποίθηση ότι κατ’ αυτό τον τρόπο η σοδειά θα αυξηθεί. Οι Μασάι, οι Λούο και οι υπόλοιπες φυλές. Οι Mασάι είναι ποιμενικός λαός, αναγκασμένοι να μετακινούνται εποχιακά. Ζουν σε μικρά χωριά τα οποία συνήθως αποτελούνται από 10-20 καλύβες, κατά μέσο όρο, διατεταγμένες γύρω από το μπόμα, το μαντρί για τα ζώα. Οι καλύβες περιβάλλονται από έναν φράχτη, κατασκευασμένο από θάμνους ή πασσάλους. Οι κατοικίες έχουν ημικυλινδρική σκεπή και τοιχώματα από λάσπη και κοπριά, ενώ διαθέτουν και μια μικρή κυκλική είσοδο. Οι Tουρκάνα κατασκευάζουν τις καλύβες τους με διαφορετικό τρόπο από τους Mασάι: με θολωτή, μικρή και χαμηλή σκεπή, ξύλινο σκελετό και επίχρισμα από λάσπη και κοπριά· δίπλα στην καλύβα υπάρχουν μαντριά για τα νεογέννητα ζώα. Οι Λούο, που ασκούν την κτηνοτροφία και τη γεωργία γύρω από τον κόλπο του Kαβιρόντο, είναι μία από τις πιο ανεπτυγμένες φυλές. Οι άντρες της φυλής δεν ντύνονται πλέον με δέρματα, προβιές και σιδερόπλεκτες ζώνες. Φορούν φανελένια παντελόνια και δερμάτινα παπούτσια. Αντίθετα, οι γυναίκες τους προτιμούν να στολίζονται ακόμα με βραχιόλια από ελεφαντόδοντο και περιδέραια από κοχύλια. Κοντά στους Λούο ζουν οι Mπαλχούγια, υπό άνισες πολιτιστικές συνθήκες. Η ομάδα των Kισίι, που γειτονεύει με την ομάδα των Γκέσου, είναι πολύ ανεπτυγμένη και τα μέλη της υπερηφανεύονται για τον μεγάλο αριθμό εγγραμμάτων που αριθμεί. Στην ακραία βορινή περιοχή της Κ. απαντούν σε διασκορπισμένες ομάδες οι Tουρκάνα και οι Σαμπούρου, οι Σουκ και οι Kαμάζια, που είναι φυλές κτηνοτρόφων, όπως οι Mασάι. Οι Tουρκάνα ζουν στις όχθες της λίμνης Pοδόλφου, στα νερά της οποίας πλέουν οι πιρόγες τους. Το ντύσιμό τους είναι στοιχειώδες: οι άντρες καλύπτουν το κεφάλι τους με φτερά στρουθοκαμήλου και με τρίχες από ουρά καμηλοπάρδαλης, ενώ οι γυναίκες φορούν μόνο μια ζώνη από χάντρες. Ασχολούνται με το ψάρεμα και, κυρίως, με την κτηνοτροφία. Οι Σουκ, φυλή νομάδων-βοσκών, ζουν στα Β της λίμνης Mπάρινγκο. Προστατεύονται από τον δυνατό ήλιο, κατασκευάζοντας πρωτόγονες καλύβες. Επίσης, καλύπτουν τα κεφάλια τους με καπέλα από πηλό, τα οποία στολίζουν με φτερά στρουθοκαμήλου. Οι Σαμπούρου ζουν ανάμεσα στη λίμνη Ροδόλφου και στο Eβάσο Nγκίρο· τα μαλλιά τους, πλεγμένα σε μακριές πλεξίδες, καλύπτονται με πηλό. Ο λαός αυτός φέρει το παρωνύμιο πεταλούδες, εξαιτίας της συνεχούς μετακίνησής του από τον έναν τόπο στον άλλο. Στην ακραία βορειοανατολική περιοχή της Κ. ζουν οι Σομαλοί, οι Όρμα, οι Mποράν ή Γκάλα, οι Mερίλι, οι Γκάμπρα και οι Γκαλούμπα. Ανήκουν στη χαμιτική φυλή, είναι βοσκοί και αποτελούν την πιο ταραχώδη και ετερογενή ομάδα της Κ.: αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τους λευκούς, ενώ αισθάνονται έντονο μίσος προς τους συμπατριώτες τους. Προτιμούν την περιπλάνηση στην έρημο με τις καμήλες τους παρά την αποδοχή του πολιτισμού. Την περιουσία τους αποτελούν μόνο μερικά βόδια και κατσίκια. Το ενδιαίτημά τους αποτελούν κυκλικές σκηνές, των οποίων το δάπεδο είναι καλυμμένο από ψάθες που χρησιμοποιούνται και ως κρεβάτι. Οι άντρες φορούν ένα πτυχωτό κομμάτι υφάσματος, σε σχήμα χιτώνα, και οι γυναίκες ένα κοντό ένδυμα ή, μερικές φορές, ένα κομμάτι υφάσματος που καλύπτει μόνο τη ράχη τους και αφήνει ακάλυπτο το στήθος. Επίσης, συνηθίζουν να φορούν άφθονα στολίδια: το τζιλμπέτ, ένα βαρύ παντατίφ, περιδέραια από κεχριμπάρι ή χαλαζία και ασημένια βραχιόλια. Στον οπλισμό τους περιλαμβάνονται σφεντόνες, ραβδιά, τόξο και δηλητηριασμένα βέλη, ακόντιο και ασπίδα. Η πατριαρχία και η πολυγαμία αποτελούν, ταυτόχρονα, παράδοση και παρόν γι’ αυτές τις φυλές, που είναι υπερβολικά προσηλωμένες στον ισλαμισμό. Ιδιαίτερα φανατικοί είναι οι Γκαλούμπα, που ζουν στις ανατολικές ακτές της λίμνης Ροδόλφου, και οι σκληροί Mποράν. Εκτός από τους Σουαχίλι, οι οποίοι συναντώνται σε όλη την παράκτια περιοχή της Κ. και της Τανζανίας, εκεί επίσης ζουν και αρκετές φυλές Mπαντού που έχουν επηρεαστεί από τις χαμιτικές φυλές, όπως οι Πόκομο, που ζουν στον κάτω Tάνα, οι Γκιριάμα, οι Nιίκα και οι Nτίγκο, οι οποίοι εντοπίζονται στις περιοχές γύρω από το Mαλίντι και τη Mομπάσα. Οι κάτοικοι της παράκτιας περιοχής έχουν υποστεί την επιρροή του Ισλάμ, αλλά ο ανιμισμός είναι ακόμα διαδεδομένος στις μικρές κοιλάδες. Η φυλή των Kάμπα, που ζουν στα περίχωρα της πόλης Mατσάκος, αριθμεί πολλά μέλη. Είναι αγρότες, επιδέξιοι ξυλογλύπτες, χορευτές, ακροβάτες και σπουδαίοι κυνηγοί. Όμως, βασικό χαρακτηριστικό τους αποτελεί η ικανότητά τους να παρασκευάζουν ένα θανατηφόρο δηλητήριο από τα φύλλα ενός θάμνου των υψιπέδων, το οποίο βάζουν στα βέλη τους.Ο τρόπος ένδυσής τους έχει διαφοροποιηθεί πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Οι γυναίκες δεν καλύπτουν πλέον το σώμα τους με φύλλα, ενώ οι δερμάτινες κάπες και φούστες έχουν αντικατασταθεί από έτοιμα ευρωπαϊκά υφάσματα και σταμπωτά βαμβακερά ρούχα. Επίσης, συνηθίζουν να φορούν στολίδια, που τους αρέσουν πολύ: περιδέραια από χάντρες, σκουλαρίκια, αλλά και βραχιόλια στους αστραγάλους. Ανάμεσα στα κοσμήματα συγκαταλέγονται και οι ουλές στη ράχη και στο υπογάστριο.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, στην Κ. ζούν σήμερα περίπου 200 Έλληνες. Στιγμιότυπο από παραδοσιακές τελετές στην Κένυα. Εκπρόσωποι της φυλής Σαμπούρου (φωτ. ΑΠΕ). Χορευτές από τη φυλή των Μασάι με παραδοσιακές ενδυμασίες (φωτ. ΑΠΕ). Γυναίκα της φυλής Τουρκάνα, με τα χαρακτηριστικά στολίδια που τρυπούν τα χείλη. Σύζυγος ενός αρχηγού των Μποράν, με παραδοσιακή ενδυμασία. Το κτίριο της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ναϊρόμπι μετά το τρομοκρατικό χτύπημα που δέχτηκε τον Αύγουστο του 1998 (φωτ. ΑΠΕ). Ο πρόεδρος της Κένυας Μουάι Κιμπάκι (φωτ. ΑΠΕ). Το κυβερνητικό μέγαρο στο Ναϊρόμπι της Κένυα. Ο Γιόμο Κενιάτα αποδείχθηκε διορατικός πολιτικός, ενώ δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει και σκληρές μεθόδους όταν έκρινε πως απειλείται η ενότητα του λαού του. Μετά τον θάνατο του Κενιάτα, τη θέση του πήρε ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος Ντάνιελ Άραπ Μόι (φωτ. ΑΠΕ). Χαρτονόμισμα των 100 κενυάτικων σελινίων, που εκδόθηκε το 2001 και απεικονίζει τον τέως πρόεδρο της χώρας, Ντάνιελ Άραπ Μόι. Λιοντάρι στο εθνικό πάρκο Τσάβο της Κένυας (φωτ. ΑΠΕ). Τις τελευταίες δεκαετίες, ο τουρισμός αποτελεί σημαντική πηγή ενίσχυσης της οικονομίας της Κένυας (φωτ. ΑΠΕ). Το μεγαλύτερο λιμάνι της Κένυας είναι η Μομπάσα. Η οικονομία της Κένυας βασίζεται κυρίως στη γεωργία· στη φωτογραφία αγορά χειροτεχνικών προϊόντων των Κικούγιου, σε ένα χωριό κοντά στο Ναϊρόμπι. Κοπάδι βοοειδών στην Κένυα (φωτ. ΑΠΕ). Γυναίκες της φυλής Κικούγιου. Γυναίκες της φυλής Μασάι (φωτ. ΑΠΕ). Κοπάδι γκνου στο εθνικό πάρκο Μασάι Μάρα (φωτ. ΑΠΕ). Οι Ντορόμπο είναι οι τελευταίοι εκπρόσωποι ενός αρχαίου λαού βουσμανικής καταγωγής. Στη φωτογραφία, δύο Ντορόμπο βάφουν τα μαλλιά τους με πηλό. Οι Δεκατέσσερις Καταρράκτες, που βρίσκονται κοντά στο Ναϊρόμπι. Δορυφορική φωτογραφία του ποταμού Όμο (φωτ. ΝΑSA, earth.jsc.nasa.gov). Εναέρια άποψη της λίμνης Ροδόλφου. Tοπίο στη νότια Κένυα, όπου διακρίνεται στο βάθος ο μεγαλοπρεπής όγκος του Κιλιμάντζαρο. Ο ηφαιστειακός όγκος του όρους Kένυα (5.201 μ.), που είναι το ψηλότερο της χώρας και το δεύτερο σε ύψος της αφρικανικής ηπείρου. Θερμοπηγή στη Ριφτ Βάλεϊ της Κένυας. Eπίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Κένυας Έκταση: 582.650 τ. χλμ. Πληθυσμός: 31.138.735 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Ναϊρόμπι (2.411.900 κάτ. το 2002)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • Κενιάτα, Γιόμο — )(Jomo Κenyatta, Γκατούντου, Κένυα 1893 – 1978). Κενυάτης πολιτικός, πρώτος πρωθυπουργός (1963 64) και στη συνέχεια πρώτος πρόεδρος της Κένυα (1964 78). Καταγόταν από αγροτική οικογένεια της φυλής των Κικούγιου. Έλαβε τη βασική του εκπαίδευση από …   Dictionary of Greek

  • Λίκι, Λούις — (Louis Seymour Bazett Leakey, Κένυα 1903 – 1972). Βρετανός ανθρωπολόγος και αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Κένυα, από Βρετανούς γονείς, εξερευνητές και μελετητές της φυλής Κικούγιου. Σε ηλικία 13 ετών χρίστηκε μέλος της φυλής Κικούγιου. Ξεκίνησε… …   Dictionary of Greek

  • Ουγκάντα — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Συνορεύει Β με το Σουδάν, Α με την Κένυα, Δ με τη Δημοκρατία του Κονγκό· Ν ορίζεται κατά μεγάλο μέρος από τη λίμνη της Βικτόριας και μόνο στο δυτικό τμήμα συνορεύει με την Τανζανία και με τη Ρουάντα.Η Ο. (η ονομασία …   Dictionary of Greek

  • Κενυάτης — ο, θηλ. Κενυάτισσα [Κένυα] αυτός που κατάγεται από την Κένυα …   Dictionary of Greek

  • Σουαχίλι — Ομάδα της φυλής Μπαντού, που κατοικεί την ανατολική ακτή της Αφρικής, απέναντι από τα νησιά Ζανζιβάρη, Μαφία και Πέμπα. Τα μέλη της ομάδας αυτής αποτελούν μείγμα ιθαγενών νέγρων Μπαντού και Αράβων άποικων από τη Ζανζιβάρη, τη Μασκάτη και τη… …   Dictionary of Greek

  • Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …   Dictionary of Greek

  • Βικτόρια, λίμνη — (Victoria Nyanza). Λιμναία λεκάνη (69.490 τ. χλμ.) της κεντροανατολικής Αφρικής, η μεγαλύτερη σε μέγεθος της Αφρικής και δεύτερη στον κόσμο, μετά την Άνω λίμνη της Βόρειας Αμερικής (αν εξαιρέσουμε την Κασπία θάλασσα). Αποτελεί φυσικό σύνορο… …   Dictionary of Greek

  • Κικούγιου — Λαός της Αφρικής, ο οποίος αποτελεί τη σπουδαιότερη φυλετική ομάδα της Κένυας. Οι Κ. είναι ως επί το πλείστον εγκατεστημένοι στα υψίπεδα μεταξύ του όρους Κένυα και του Ναϊρόμπι, όπου η φύση του εδάφους επέτρεψε σε αυτούς τους γεωργικούς… …   Dictionary of Greek

  • Μάου Μάου — (Mau Mau). Ονομασία πολιτικού κινήματος της φυλής Κικούγιου στην Κένυα (1952 56). Είχε ως σκοπό την ανεξαρτησία της χώρας από την αγγλική κυριαρχία. Η ονομασία έχει ακαθόριστη προέλευση και επεκτάθηκε και στα μέλη της. Το Ηνωμένο Βασίλειο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.